Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Thomas S. Eliott - κούφιοι άνθρωποι


Κούφιοι Άνθρωποι

είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι,
οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι
σκύβοντας μαζί
κεφαλοκαύκι γεμισμένο άχυρο. Aλίμονο!
οι στεγνές φωνές μας όταν ψιθυρίζουμε μαζί
είναι ήσυχες κι ανόητες
σαν άνεμος σε ξερό χορτάρι
ή πόδια ποντικών σε σπασμένο γυαλί
στο ξερό μας κελάρι

σχήμα χωρίς μορφή, σκιά χωρίς χρώμα,
παραλυμένη δύναμη, χειρονομία χωρίς κίνηση

αυτοί που πέρασαν
με ολόισια μάτια, στου θανάτου το άλλο βασίλειο
μας θυμούνται -αν καθόλου μας θυμούνται-
σαν κούφιους ανθρώπους
σα βαλσαμωμένους

μάτια δεν τολμώ να δω στα όνειρα
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
αυτά δεν εμφανίζονται εκεί:
τα μάτια είναι
ηλιόφως σε μια σπασμένη κολώνα
εκεί, είναι ένα δέντρο χορεύοντας
και φωνές
στου ανέμου το τραγούδισμα
πιο μακρινές και πιο τελεστικές
από ένα μαραμένο αστέρι

ας είμαι όχι πιο κοντά
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
ας φορέσω επίσης
τις μεταμφιέσεις
αρουραίου τρίχωμα, κοράκου δέρμα, κουρελούδες
σ' έναν αγρό
φερόμενος όπως φέρεται ο άνεμος
όχι πιο κοντά

όχι αυτή την τελική συνάντηση
στου λυκόφωτος το βασίλειο

αυτή είναι η νεκρή χώρα
αυτή είναι του κάκτου η χώρα
εδώ τα πέτρινα είδωλα
σηκώνονται, εδώ λαμβάνουν
την ικεσία ενός χεριού νεκρού ανθρώπου
κάτω απ' το σπίθισμα σβησμένου άστρου

αυτό είναι σαν αυτό
στου θανάτου το άλλο βασίλειο
ξυπνώντας μόνοι
την ώρα που είμαστε
τρέμοντας με τρυφερότητα
χείλη που θα φιλούσαν
κάνουν προσευχές σε τσακισμένες πέτρες

αόμματοι
αν δεν τα μάτια μας ξαναφανούν
όπως το αέναο άστρο
του πολύφυλλου ρόδου
στου θανάτου το λυκοφωτικό βασίλειο
η ελπίδα μόνο
των κενών ανθρώπων
των άδειων ανθρώπων

μεταξύ ιδέας
και πραγματικότητας
μεταξύ κίνησης
και δράσης
πέφτει η σκιά

μεταξύ αντίληψης
και δημιουργίας
πέφτει η σκιά

η ζωή είναι πολύ μακριά

μεταξύ πόθου
και σπασμού
μεταξύ δύναμης
και ύπαρξης
μεταξύ ουσίας
και πτώσης
πέφτει η σκιά
γιατί δικό σου είναι το βασίλειο

γιατί δική σου είναι η ζωή
γιατί η ζωή σου είναι δική σου
δική σου

αυτός είναι ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος
όχι μ' ένα πάταγο αλλά μ' ένα λυγμό




Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

Κυριακή

- ... Πού βρίσκομαι;

- Ξέρεις πού. Όχι στην Ελλάδα. Όχι στη Γη. Όχι στον κόσμο των ανθρώπων.

- Θεέ μου ... Είσαι Εσύ! Τί κάνω εδώ; Είμαι λοιπόν νεκρός; Γιατί φοράς αυτήν την κουκούλα; Φοβάμαι πολύ.

- Μη ρωτάς και μη Με δοκιμάζεις. Είσαι στο βασίλειό Μου τώρα. Και ... ξέρεις γιατί είσαι εδώ, δεν χρειάζεται να σ' το πω Εγώ.

- Δεν φταίω εγώ, Κύριε...με έβρισαν, με προκάλεσαν, μου επιτέθηκαν...ο Διάβολος με έσπρωξε στον πειρασμό, Μεγαλοδύναμε.

- Ήταν ένα άοπλο 15χρονο αγόρι τέκνο μου, δεν το θυμάσαι; Το πυροβόλησες εν ψυχρώ. Εχθές. Δεν σου έφταιγε σε τίποτα.

- Σε παρακαλώ Θεέ μου, λυπήσου με, εμένα τον ταπεινό σου υπηρέτη...Σαράντα χρόνια Σου στέλνω τις προσευχές μου και κάθε Κυριακή, σαν σήμερα, έρχομαι στον Οίκο Σου. Έγινα μπάτσος για να υπηρετώ την πατρίδα και Εσένα, που ξέρω πόσο την αγαπάς από πάντα. Δείξε το έλεός Σου.

- Εσύ δεν έδειξες έλεος σ' εκείνο το κακόμοιρο παιδί. Του στέρησες τη ζωή, το πιο πολύτιμο δώρο Μου. Το έπαιξες Θεός...Δε σκέφτηκες ούτε λυπήθηκες τους γονείς του όταν τους έστελνες πόνο και θλίψη. Αν εκεί βρισκόταν το δικό σου παιδί, πώς θα ένιωθες τώρα, τι θα σκεφτόσουν;

- Κύριέ μου, εγώ ...

- Εσύ, εσύ, εσύ...Εσύ, δε νοιάστηκες ποτέ να βοηθήσεις τον Πλησίον σου όπως προστάζω. Το μόνο που ήθελες και μπορούσες ήταν να κλέβεις λαθρομετανάστες, να βασανίζεις ναρκομανείς, να χτυπάς μαθητές, εργάτες, γέρους...Παραβίασες τους Νόμους Μου.

- Εντάξει, εντάξει Κύριε [λυγμοί] ... αμάρτησα ... ένας μπάτσος που τα έκανε σκατά ήμουνα. Σου ζητώ ταπεινά και γονατιστός συγχώρεση, κι ας μην το αξίζω.
Από αυτούς όμως δεν θα ζητούσα συγνώμη ακόμη κι αν μπορούσα, γιατί κι αυτοί ήταν αμαρτωλοί: στάθηκαν εμπόδιο μπροστά στην αγάπη Σου-κι εγώ, το μόνο όπλο που κράτησα ποτέ στα χέρια μου ήταν η αγάπη Σου ...

[βγάζει την κουκούλα]

... ω Θεέ μου ... είναι ... το πρόσωπό Σου ... Εσύ, είσαι ίδιος...ίδιος με εμένα! Μα, πώς; Τι θαύμα είναι τούτο;

- '' ... και εποίησεν άνθρωπον κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν...'' ,θυμάσαι τέκνο Μου;

- Δεν καταλαβαίνω Κύριε ... [με τρεμάμενη φωνή] τί σημαίνει αυτό;

- Να μη φοβάσαι, δεν είσαι νεκρός. Η πίστη σου σε έσωσε. Και τώρα, πορεύσου εν αγάπη και εν ειρήνη.......

[Ακούγεται ένας μεταλλικός τριγμός, η πόρτα του κελιού της φυλακής ανοίγει και ακούγεται μια βαριά δυνατή φωνή-εν τω μεταξύ, έχει ξυπνήσει]

- Σήκω συνάδελφε, είσαι ελεύθερος.

- Ελεύθερος;

- Ναι, μάλλον κάποιος εκεί έξω σε αγαπάει πολύ, χα χα ! Μόνο κοίτα να βιαστείς γιατί όλη η πόλη σήμερα έχει βγει πάλι στους δρόμους. Θα χρειαστούμε τη βοήθειά σου.


[χαμογελάει, φοράνε και οι δύο τις κουκούλες τους και αποχωρούν]

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2016

Κυρά Της Λίμνης

Στάλα-στάλα, άηχη ευχή μ' ήπιε το νερό σου
και η βροχή που μ' έφερε εμπρός σου, πλοίο
μορφή σφαλισμένη στο κρανίο τ' ουρανού '















Όταν έτριζε η θάλασσα των κόκκινων αγγείων
σε μια κορφή χαραγμένη στο νου δεμένος
κεντημένος σαν υπόσχεση πολύτιμης πνοής
μες το γυάλινο ίσκιο των θνητών μνημείων
έσκυψα στο προσκεφάλι σου

















Σπόρος που τον χόρεψε ο άνεμος
σχεδόν σβηστός, περίπου ξένος, δυνάμει πιστός
πίνω γουλιές απ' τη ζάλη σου






















Καθώς οι άνθρωποι σαν δέντρα κρύβονται στο δάσος
καθώς οι νόμοι ηχούν σαν γνώμη
τι τόπος η φωνή σου
κορμί-βιβλίο που το διαβάζω
στίχο προς στίχο


                                                                                           στην Α.


Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Ρένος Αποστολίδης: οι καθαρίστριες

Ήρθε μια μέρα που οι πολίτες αγάπησαν την πόλη αυτή. Τόσο τεράστια, τόσο εκτεταμένη – κι ωστόσο την αγάπησαν σφοδρά, σαν πράγμα μικρό και δικό τους, σαν το ίδιο τους πρόσωπο ένα πρωί στον καθρέφτη, που ανακαλύπτει έτσι κανείς πως δεν έχει τίποτα πιο πολύτιμο απ’ το νερό κι από την πάστρα, κι ανακαλύπτει η καλονοικοκυρά πως το πρόσωπό της το ίδιο είναι το σπίτι, και πέφτει χάμω, και γονατίζει δίχως να τη νοιάζη, και τρίβει, τρίβει στοργικά το πρόσωπό της, τις πλάκες, τα σανίδια, κ’ ύστερα παστρικά τα ξεπλένει, κ’ ύστερα με το πανί τα παίρνει, κι αγαπάει ακόμα κι όλες τις αγκίδες του τριμμένου σανιδιού, που έχει σκουρήνει, έχει βαθιά ποτίσει κι ομορφήνει με τον ιδρώτα της, και ξέρει αυτή, άλλη μια φορά, κάθε πλακάκι του σπασμένο, και κάθε του ραγισματιά, και κάθε του ραγάδα του σπιτιού, σαν και τις δικές της ρυτίδες, μια-μια…

Έτσι αγάπησαν αυτή την πόλη μια μέρα οι πολίτες της… Κάτι παράξενο, εντελώς καινούργιο τους συνέβη, κι αξάφνα πλήθυνε μέσα τους αβάσταγο, σφοδρό, και την αγάπησαν έτσι απογνωσμένα – σαν δικά τους!.. Κι όμοια, έτσι, με το ίδιο στην καρδιά ασυγκράτητο, σαν νάταν άξαφνα για το ίδιο τους παραμελημένο σπίτι, κινήσαν όλες οι φτωχές παραδουλεύτρες, παρατήσαν αδιάφορα την «μέρα» την «τακτική» κάθε αρχοντοκυράς, και το μεροκάματο, και κατεβήκαν γοργοπόδαρες, χαράματα, με την καινούργια σκούπα και τη βούρτσα, και το φρεσκοκομμένο σφουγγαρόπανο, κι άρχισαν, έτσι, απρόσταχτες κι απλήρωτες, να τα παστρεύουν όλα!

Εκείνη η λάτρα, τη μέρα αυτή, δόθηκε απλήρωτα κι απρόσμενα σ’ ότι ποτέ δεν ήτανε της γειτονιάς. Δεν κάναν διάκριση σε μέγαρα ή σε μνημεία, σε χτήρια μισητά κι αγέρωχα ή δημόσια. Όλα τα βρήκαν βρώμικα, παραμελημένα· κι όλα τα νιώσαν άξαφνα δικά τους, και σ’ όλα κάναν λάτρα αδιάκριτα!.. τα μάρμαρα, τα ρείθρα, τις γωνιές – όλα τα πήραν, ένα – ένα. Και τις σκάλες, και τους δρόμους, και τα πάρκα!..
Όπου πατούσε ανθρώπου πόδι, χρόνια και χρόνια, πέρασε χέρι ανθρώπου, και πέρασε πανί, κ’ έσταξε ιδρώτας.

Κι ως άρχισε αυτό απ’ τις καθαρίστριες, που έτσι άξαφνα πλημμύρισαν την πόλη – μ’ ένα ύφος αυστηρό μετακινώντας γραφεία, αδειάζοντας χαρτιά, συρτάρια, αρχεία έξω στους δρόμους, και λέγοντας προσταχτικά και στους στρατιώτες να μην κάθουνται κεί άπραγοι και χάσκουν με τα παλούκια στον ώμο, παρά να δώσουν κι αυτοί ένα χέρι, να ξαραχνιάσουνε ψηλά, με τα κοντάρια, να πάρουν τα σκουπίδια, τα χαρτιά στ’ αυτοκίνητά τους, που τους μεταφέραν για άμεση δράση – η τρέλλα μεταδόθηκε σ’ όλη την πόλη, κ’ οι στρατιώτες πρώτοι ακούσανε τις προσταγές της μάνας του ο καθένας, κι απόθεσαν τα όπλα με τις ξιφολόγχες στον τοίχο των χτηρίων, κ’ ήρθε τότε και μια καθαρίστρια, και τα συμμάζεψε όλα ταχτικά σε μια γωνιά κατ’ απ’ τη Βουλή, να μην μποδίζουν, κ’ έπιασαν όλοι μαζί να σαρώνουν τα χαρτιά απ’ τους δρόμους, τα συγκεντρώναν κουμούλες πελώριες και τα καίγαν, κ’ ύστερα έρχονταν οι οδοκαθαριστές και ρίχναν τ’ αποκαΐδια στους υπονόμους.
Η πόλη ήταν ανάστατη… Μα ενώ ήταν έτσι ανάστατη, δεν είχε καθόλου την όψη της Οργής – γιατί αλήθεια κανενού στα σοβαρά δεν πέρασε απ’ το νου τίποτ’ άλλο…

Έτσι, μ’ έναν τρόπο παράξενο, ήταν αυτή μια μέρα γενικής καθαριότητας – κι απόδειξη να! oι καθαρίστριες, κρεμασμένες απ’ όλα τα παράθυρα των χτηρίων, τινάζοντας ξεσκονόπανα, αδειάζοντας τα φαράσια, ταχτοποιώντας τα πάντα…

Αυτό έλειπε τώρα, νάχη αντίρρηση κανείς στην πάστρα και στη λάτρα, μέρα που οι πολίτες ανακάλυψαν πως η πόλη αυτή είναι δικά τους, πως η κάθε της γωνιά κι ο κάθε τοίχος της, κάθε δημόσιο χτήριο και μνημείο της..- ποιανού είναι λοιπόν, και τ’ αφήνουν βρώμικα κι αξαράχνιαστα;

Άνεμος ξένος δε φύσαγε από πουθενά· μα ως ετίναζαν τα νερά παντού άφθονα, μύριζε η πόλη φρεσκοπλυμένο σανίδι, κι ο αγέρας ήταν κινημένος απότομα, όλο μετατοπισμένος άξαφνα από δρόμο σε δρόμο – σα ριπές άταχτες μιας αύρας σπιτίσιας, περβαζιού καταβρεγμένου….

Ένας πελώριος κουρνιαχτός σκωνόταν αργά κατά τον  ουρανό…  είχε φτάσει κιόλας πανύψηλα – κι ακόμα βάσταε η λάτρα. Ένας κουρνιαχτός της πάστρας – όχι καπνός, όχι φλόγες! Του ξεσκονόπανου διωγμένος μόνο…

Και πια σαν έγειρε ο ήλιος, σα βύθησε βαθιά κουρασμένος, ό,τι τέλειωναν με το πανί τις προσόψεις των χτηρίων, τις κολώνες των μνημείων, κ’ είπαν να πάρουν με τα παρκετόπανα και τους δρόμους, να γιαλίση η άσφαλτο, να λάμψη,.. – – τότε, πάνε κει, ο Γενικός Εισαγγελέας, διωγμένος ολοήμερα απ’ το γραφείο του, να ξαραχνιάσουν και κει, που τον είχε μαζέψει η σκόνη κ’ η βρώμα χρόνια και χρόνια, μόλις βρήκε μπρος του ένα χαρτί λευκό, σήκωσε τον καθαροπλυμένο κοντυλοφόρο του, βούτηξε στο καινούργιο μελάνι, κ’ έγραψε:

ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΕΩΣ

Κατά παντός ενεργήσαντος αυτοβούλως…

Συνέλαβαν κι εξετέλεσαν τις καθαρίστριες. Δε λάβαν υπόψη τους, για ελαφρυντικό, ούτε που οι μάνες τους ήταν ίδιες…
Τα παλληκάρια του αποσπάσματος έκλειγαν. Μα κι αυτά, εξετέλεσαν την εντολή.

Οι καθαρίστριες στάθηκαν στον τοίχο σεμνά, ευσυνείδητες· με το πρόσωπο εκείνο που μόλις τέλειωσε τη δουλειά του, κ’ είναι τόσο κατάκοπος, τόσο τη συνείδησή του έχει ήσυχη πως είναι βαριά κουρασμένος κι άλλο δε χρωστά να κάνη σήμερα, που στέκει ταπεινός κι αδιαφορεί…

Έτσι τον βρίσκει ο θάνατος.

Όμως, θάρθη μια μέρα, που η Εντολή θάχη δοθή… Θάχη από μόνη της, άγραφη ακουστή – και δε θάνει πια ώρες για ιστορίες φανταστικές, δε θάναι πια ώρες αναβολής της πάστρας και της λάτρας της καλοκυράς…

Ως την ώρα εκείνη, διαβάζετε ιστορίες «φανταστικές», αδελφοί!


Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

Τι ειρωνεία



Ε και να υπήρχε μια στιγμή
Που θα έκλεινα τα κρίματα όλα σ΄ ένα μουσικό κουτί
Που ο πόνος θα μούδιαζε τον κόσμο
Ανάμεσα στις κλειδώσεις κάθε ‘’επειδή’’
Τότε που οι μεγαλοστομίες θα σταμάταγαν να σπαταλούν τον καθάριο αέρα
Και θα γίνονταν κρίκος μιας τροφικής αλυσίδας όχι πεινασμένων,
Μα μερικών γενναίων ειρώνων ‘

Τότε θα έσκυβα στη γη
και θα έκανα κάθε οστό και ιστό γιοφύρι για να περάσει απέναντι η σκιά μου
-έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν ήμουν δα βαρύτερός της …
Υπήρχε, κάπου στεκόταν η στιγμούλα εκείνη
Μα θα παράπεσε στις σχισμές του κορμιού
Και η ιστορία κάθε τι ταπεινού, ανώνυμου και πικρού τώρα θα πρέπει να ξαναγραφεί
Τι ειρωνεία !!!